Ο πληρέστερος ηλεκτρονικός επαγγελματικός οδηγός του N.Έβρου
Big Barrel

Κάτι τρέχει στην Ελλάδα

Είναι πλέον ορατό γεγονός η περιφρόνηση μαθημάτων οικονομικής παιδείας, προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι και ώρες για την προώθηση της τεχνικής κατάρτισης.
Είναι πλέον ορατό γεγονός η περιφρόνηση μαθημάτων οικονομικής παιδείας, προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι και ώρες για την προώθηση της τεχνικής κατάρτισης.

Β/θμια Εκπαίδευση: Εισαγωγή μαθημάτων οικονομικής παιδείας.

23-05-2015

Ο Νικόλαος Κέλελης, Εκλεγμένο μέλος της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, Οικονομολόγος MSc και Εκπαιδευτικός, έστειλε μία εισήγηση στην Κεντρική Διοίκηση Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας με σκοπό τη διαμόρφωση θέσεων και παραγωγή προτάσεων του φορέα προς το Υπουργείο Παιδείας, για την εισαγωγή στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μαθημάτων οικονομικής παιδείας.

Με την παρούσα επιστολή, εισηγείται προς τον Πρόεδρο και την Κεντρική Διοίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, την έναρξη ενός δημόσιου επιστημονικού διαλόγου υπό την αιγίδα και τη συνδρομή του Οικονομικού Επιμελητηρίου, για θέματα παιδείας και εκπαίδευσης.

Πιο συγκεκριμένα, θεωρεί εξέχουσας σημασίας τη συμμετοχή του Οικονομικού Επιμελητηρίου ως επιστημονικού φορέα, στις διαβουλεύσεις που επίκεινται τα επόμενα δύο χρόνια για τις αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Επίσης, είναι της άποψης πως το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας πρέπει να επιδείξει ετοιμότητα και να έχει διαμορφώσει εγκαίρω ένα πλαίσιο προτάσεων που να αναδεικνύει τη σημασία της διδασκαλίας μαθημάτων με οικονομικό προσανατολισμό στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Είναι πλέον ορατό γεγονός η περιφρόνηση μαθημάτων οικονομικής παιδείας, προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι και ώρες για την προώθηση της τεχνικής κατάρτισης. Αυτό είναι κάτι το οποίο κρίνεται σκόπιμο να σταματήσει άμεσα, γιατί υπονομεύει την προετοιμασία αυριανών πολιτών με ανθρωπιστικές και δημοκρατικές ευαισθησίες, αλλά και χρήσιμες δεξιότητες και προσόντα. Αυτό θα φέρει ως αποτέλεσμα να πλήττεται η δυνατότητά τους να ανταπεξέλθουν και να είναι χρήσιμοι στο νέο διεθνές περιβάλλον, όπου ο ρόλος της οικονομίας έχει αναδειχτεί σε κυρίαρχο, ασκώντας σημαντική επιρροή στον τρόπο λειτουργίας των κρατών, των θεσμών, των κοινωνιών.

Έτσι, λοιπόν, ο σχεδιασμός ενός αναλυτικού προγράμματος μαθημάτων οικονομίας από τη στοιχειώδη εκπαίδευση, και καθ' όλη τη χρονική διάρκεια φοίτησης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πλέον προβάλλεται ως αναγκαίος. Τόσο για λόγους που συνάδουν με την απόκτηση δεξιοτήτων και εφοδίων, ώστε οι αυριανοί πολίτες να κατανοούν τη «νέα οικονομική πραγματικότητα» όσο και για λόγους που σχετίζονται με την καλλιέργεια κριτικής αντίληψης, έτσι ώστε να προάγονται οι στόχοι της δημοκρατίας και η ανθρώπινη ανάπτυξη.

Αναλυτική Αιτιολόγηση των Προτάσεων

Τα τελευταία χρόνια, για διάφορους λόγους, κυρίως, όμως, λόγω της παγκοσμιοποίησης και της αλλαγής τεχνοοικονομικού παραδείγματος, ο ρόλος της οικονομίας, έχει αναδειχτεί σε κυρίαρχο, ασκώντας άμεσα σημαντική επιρροή στον τρόπο λειτουργίας των κρατών, των θεσμών, των κοινωνιών. Και αυτό παρατηρείται γιατί, από τη μία πλευρά, το πλήθος των σχέσεων μεταξύ των οικονομικών δρώντων, σε συνδυασμό με την ένταση και την αξία των συναλλαγών που διεκπεραιώνονται μεταξύ τους, έχουν διαμορφώσει ένα πολύπλοκο περιβάλλον, με αυξανόμενο και συγχρόνως άγνωστο πλήθος αλληλεξαρτήσεων, με αποτέλεσμα η μόνη βεβαιότητα να είναι η αβεβαιότητα, τόσο για τον κόσμο του επιχειρείν, όσο και για τα οργανωμένα κράτη.

Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το νέο οικονομικό μοντέλο, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, τείνει να αυξάνει τις ανισότητες και να περιορίζει την κοινωνική δικαιοσύνη, δίχως να βελτιώνει αισθητά τους δείκτες ανάπτυξης, να περιορίζει τη φτώχεια και να καταπολεμά την ανεργία, παρά την ύπαρξη των αναγκαίων δυνατοτήτων. Με άλλα λόγια, το σύστημα δείχνει να παράγει όλα τα αρνητικά που προκύπτουν από μία οικονομία της αγοράς και όλα τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από μία σχεδιασμένη οικονομία.

Πλέον, το πολιτικό ζητούμενο για αποτελεσματικότητα, με ταυτόχρονη μέριμνα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε. Ως εκ τούτου, κρίνεται απαραίτητος ένας διαρθρωτικός συμβιβασμός μεταξύ των δύο κυρίαρχων αρχών οργάνωσης, της αγοράς (ένα ευρώ μία ψήφος) και της δημοκρατίας (ένας άνθρωπος μία ψήφος) προκειμένου ο καπιταλισμός να αποκτήσει μία νέα οικονομική ηθική.

Επιπρόσθετα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τις έμμεσες επιρροές που απορρέουν από τη λειτουργία της οικονομίας και σχετίζονται με την όξυνση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών προβλημάτων. Δεν έχει, παράλληλα, τη δυνατότητα να αγνοεί ότι το νέο οικονομικό περιβάλλον εκμηδένισε τα παραδοσιακά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που συνδεόταν με πλουτοπαραγωγικούς πόρους και ανέδειξε τη γνώση ως κυρίαρχου πόρου για την απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στον κόσμο των επιχειρήσεων και κατά συνέπεια στον κόσμο των κρατών.

Από τα παραπάνω, γίνεται σαφής η αναγκαιότητα ότι πλέον οι πολίτες, από τη μία πλευρά, θα πρέπει να αποκτήσουν δεξιότητες που θα είναι χρήσιμες σε αυτό το συνεχές αναπροσαρμοζόμενο περιβάλλον, όπου η γνώση ανανεώνεται διαρκώς, έτσι ώστε να διαφυλάσσουν όσο το δυνατόν περισσότερο το εργασιακό τους μέλλον, αλλά και να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη και την επιτυχία των κοινωνιών τους, μέσω της ενεργού συμμετοχής τους στην παραγωγική διαδικασία, από όποια πλευρά και αν συμμετέχουν σε αυτή (ως εργαζόμενοι, ως επιστήμονες, ως επιχειρηματίες, κλπ.).

Από την άλλη πλευρά, είναι ωφέλιμο να καλλιεργήσουν ικανότητες τέτοιες, ώστε να προάγεται η ενεργός συμμετοχή, η κριτική αντίληψη και η αναστοχαστικότητα σε ζητήματα που συνάδουν με τη δημοκρατική διακυβέρνηση, τις ίσες ευκαιρίες και τα δικαιώματα και κατά συνέπεια την ανθρώπινη ανάπτυξη. Επεξηγηματικά, η διαμόρφωση χρήσιμων, ενεργών και καλά προετοιμασμένων πολιτών σχετίζεται πλέον σημαντικά με τον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό των γνώσεων που διαθέτουν.

Για τους παραπάνω λόγους, κρίνεται πολύ σημαντική η εισαγωγή οικονομικών μαθημάτων στο αναλυτικό πρόγραμμα της στοιχειώδους εκπαίδευσης, καθώς και της υποχρεωτικής τους εξέτασης για εισαγωγή σε σπουδές με οικονομικό και πολιτικό προσανατολισμό

Όσον αφορά την εισαγωγή αυτών των μαθημάτων στη στοιχειώδη εκπαίδευση, δηλαδή στο γυμνάσιο, οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να γίνει είναι οι εξής:

1) Η αναγκαιότητα να υπάρξει ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών, από το γυμνάσιο έως το λύκειο, έτσι ώστε να είναι δυνατή η συστηματική και σε βάθος χρόνου καλλιέργεια και κτήση οικονομικής παιδείας.

2) Γιατί μόνο έτσι θα αναδειχτεί η σπουδαιότητα του αντικειμένου που ως τώρα αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον μάθημα, καθώς αυτό που ισχύει σήμερα είναι ότι γονείς, μαθητές, αλλά και καθηγητές διαχωρίζουν από το γυμνάσιο ακόμη, τα μαθήματα σε κύρια και δευτερεύοντα με κριτήριο την εξέτασή τους ή όχι στις εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

3) Να δοθούν τα χρονικά περιθώρια που απαιτούνται προκειμένου να αφομοιωθούν οι οικονομικές έννοιες και να αναπτυχθούν σταδιακά και σε βάθος χρόνου γνώσεις και ικανότητες που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του καταναλωτή, την επιχειρηματικότητα, την ιδιότητα του πολίτη, κλπ.

4) Η αποτυχία του υπάρχοντος προγράμματος σπουδών για την απόκτηση γνώσεων οικονομικού χαρακτήρα. Σήμερα, η διδασκαλία οικονομικών περιορίζεται στην Ά Λυκείου με μικρή συμμετοχή στο ωρολόγιο πρόγραμμα και στη ΄Γ Λυκείου ως μάθημα επιλογής για σπουδές οικονομικού προσανατολισμού. Με άλλα λόγια, η διδασκαλία οικονομικών σήμερα, φαίνεται να έχει δευτερεύον χαρακτήρα όπου εξυπηρετεί κυρίως την απασχόληση του πλεονάζοντος προσωπικού που προέκυψε από την υποβάθμιση του μαθήματος, παρά για την καλλιέργεια οικονομικών γνώσεων και παιδείας.

5) Πολλά επιχειρήματα για την παραπάνω αναγκαιότητα, μπορεί, επίσης, να βρει κανείς και από την καθημερινή πολιτική σκηνή, αν παρακολουθήσει τις δηλώσεις και τις διατυπώσεις πλήθους εκλεγμένων βουλευτών, αλλά και μεγάλο αριθμό υποψηφίων.

Πλέον, έχει γίνει σύνηθες, η διαπίστωση της άγνοιας εκ μέρους τους, βασικών οικονομικών αρχών που θα έπρεπε να είναι αυτονόητες, με αποτέλεσμα να προσφεύγουν σε λανθασμένες προσεγγίσεις, σε βαθμό μάλιστα που μπορούν να γίνουν και επικίνδυνες.

6) Ακόμη, πολλά περισσότερα είναι τα παραδείγματα άγνοιας στοιχειωδών οικονομικών γνώσεων από μεγάλη μερίδα πολιτών, με ό,τι συνέπειες αυτό συνεπάγεται για τη συμπεριφορά των μελών της κοινωνίας, ως καταναλωτές, επιχειρηματίες και γενικότερα ως λήπτες οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων. Και αυτό διαφαίνεται, γιατί έκδηλη είναι η αδυναμία μεγάλου μέρους των πολιτών να συλλάβει και να κατανοήσει, πόσο δε μάλλον να λάβει υπόψιν του κατά την εκδήλωση των δράσεων του, θεμελιώδεις οικονομικές έννοιες όπως η προσφορά, η ζήτηση, ο πληθωρισμός, το επιτόκιο, ο τόκος, το χρήμα, το νόμισμα, η αγοραστική δύναμη κ.α. Έννοιες απλές και με εκτεταμένη καθημερινή χρήση, η γνώση των οποίων, είναι απαραίτητη στη λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας.

7) Τέλος, έντονος είναι ο προβληματισμός μου αναφορικά με την υπέρμετρη συμμετοχή στο αναλυτικό πρόγραμμα των θετικών σπουδών και των μαθημάτων τεχνικής κατάρτισης. Και αυτό επισημαίνεται, γιατί η συστηματική τους διδασκαλία, πέρα του γεγονότος ότι λειτουργεί εις βάρος όλων των υπόλοιπων επιστημονικών κλάδων που συνδέονται με τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις τέχνες, έχει και αρνητικό αντίκτυπο στη μαθησιακή διαδικασία όπως λαμβάνει χώρα. Αναλυτικότερα, μεγάλο μέρος από τις έννοιες και το περιεχόμενο αυτών των μαθημάτων, η αλήθεια είναι ότι απευθύνεται σε λίγους, λόγω της δυσκολίας σύλληψής τους. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι ο έλεγχος της αλήθειας αυτών των σύνθετων εννοιών που διδάσκονται ως αυτονόητες, έχει γίνει ή μπορεί να γίνει μόνο από ανθρώπους που πέρα από άριστη επιστημονική κατάρτιση είναι και ανώτερης διανόησης. Επίσης, ερωτηματικά εγείρονται για τους λόγους που οι πιο απλές έννοιες με τις οποίες έρχονται σε επαφή τα παιδιά ακόμη και από την τάξη της Α΄ Γυμνασίου είναι το διάνυσμα, η δύναμη, η βαρύτητα, το άτομο, το έργο κλπ. Εν κατακλείδι, οι μαθητές καλούνται να μάθουν πληροφορίες που δύσκολα μπορούν να διανοηθούν ακόμη και οι γονείς τους, με αποτέλεσμα να δέχονται άκριτα τη διδακτέα ύλη και, κατά συνέπεια, να καλλιεργείται μία λανθασμένη προσέγγιση στον τρόπο που αντιλαμβάνονται, κρίνουν και κατανοούν τον κόσμο.

Αναφορικά με τα πλεονεκτήματα που μπορούν να προκύψουν από την αφιέρωση πόρων και ωρών για τη διδασκαλία οικονομικών, συνάδουν με την ανάπτυξη βασικών ικανοτήτων, οι οποίες θεωρούνται αναγκαίες για την προσωπική ανάπτυξη του ατόμου, την καλλιέργεια της συνείδησης του ενεργού πολίτη, την κοινωνική ένταξη και την απασχόληση.

Πρόκειται για τις εξής ικανότητες:

1) Να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες που έχουν οι εναλλακτικές πολιτικές

2) Να κατανοεί σύνθετα ζητήματα που επηρεάζουν την ανθρώπινη ζωή

3) Να αξιολογεί τους πολιτικούς ηγέτες με κριτική σκέψη, αλλά και με επίγνωση και ρεαλιστική αντίληψη του εφικτού

4) Να βλέπει τη χώρα του ως μέρος μίας περίπλοκης παγκόσμιας τάξης

5) Γενικότερα να αναπτύξει κοινωνικές ικανότητες και δεξιότητες που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη

6) Ικανότητες που σχετίζονται με την πρωτοβουλία και την επιχειρηματικότητα

7) Ικανότητες που συνάδουν με τη συμπεριφορά τους ως καταναλωτής και γενικότερα ως λήπτης οικονομικών αποφάσεων.

8) Μεταγνωστικές ικανότητες, δηλαδή να μάθει να μαθαίνει.